Καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές

Η παρούσα οδηγία έχει στόχο την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών * στις εμπορικές συναλλαγές * ώστε να συμβάλει στην καλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και να αυξήσει την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, ειδικότερα των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων (ΜΜΕ). Η οδηγία αφορά όλους τους τύπους πληρωμών που καταβάλλονται ως αμοιβή στο πλαίσιο εμπορικών συναλλαγών μεταξύ δημόσιων αρχών και επιχειρήσεων καθώς και μεταξύ επιχειρήσεων. Μπορούν να εξαιρεθούν: οι οφειλές που αποτελούν αντικείμενο διαδικασίας αφερεγγυότητας κατά του οφειλέτη· οι διαδικασίες αναδιάρθρωσης χρέους· οι συναλλαγές με τους καταναλωτές· οι τόκοι που καταβάλλονται σε σχέση με άλλες πληρωμές (π.χ. πληρωμές δυνάμει της νομοθεσίας για τις επιταγές και τις συναλλαγματικές ή πληρωμές στο πλαίσιο αποζημίωσης βλαβών, συμπεριλαμβανομένων των πληρωμών από τις ασφαλιστικές εταιρείες). Συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων Σε περίπτωση καθυστέρησης της πληρωμής, ο πιστωτής δικαιούται να αξιώσει τόκους, αρκεί να έχει εκπληρώσει τις συμβατικές και νομικές του υποχρεώσεις και να μην έχει ακόμη λάβει το οφειλόμενο ποσό * στη συμφωνημένη ημερομηνία. Υπολογίζει τους τόκους αυτούς από την ημέρα που ακολουθεί την ημερομηνία πληρωμής ή το τέλος της προθεσμίας πληρωμής που ορίζει η σύμβαση. Όσον αφορά τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ οικονομικών φορέων, η οδηγία ορίζει, σεβόμενη τη συμβατική ελευθερία τους, ότι οφείλουν να εξοφλούν τα τιμολόγιά τους εντός 60 ημερών, εκτός εάν έχουν ρητώς συμφωνήσει αλλιώς και εάν οι λοιπές ρυθμίσεις δεν είναι εμφανώς καταχρηστικές έναντι του πιστωτή. Εάν στη σύμβαση δεν ορίζεται ημερομηνία που καθορίζει την προθεσμία πληρωμής, ο πιστωτής δικαιούται επίσης τόκους εάν δεν έχει λάβει το οφειλόμενο ποσό 30 ημερολογιακές ημέρες αφ’ ότου ο οφειλέτης παρέλαβε το τιμολόγιο ή ισοδύναμη απαίτηση πληρωμής. Ο πιστωτής μπορεί ακόμη να λάβει από τον οφειλέτη αποζημίωση για τα έξοδα είσπραξης. Συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων και δημόσιων αρχών Σε περίπτωση καθυστέρησης της πληρωμής και όταν ο οφειλέτης είναι δημόσια αρχή, ο πιστωτής δικαιούται να αξιώσει τόκους, αρκεί να έχει εκπληρώσει τις συμβατικές και νομικές του υποχρεώσεις και να μην έχει ακόμη λάβει το οφειλόμενο ποσό στη συμφωνημένη ημερομηνία. Όταν ο οφειλέτης είναι δημόσια αρχή, η ημερομηνία παραλαβής του τιμολογίου δεν αποτελεί αντικείμενο συμβατικής συμφωνίας. Η προθεσμία εξόφλησης ενός τιμολογίου δεν μπορεί συγκεκριμένα να υπερβαίνει: 30 ημέρες μετά την ημερομηνία παραλαβής του τιμολογίου· 30 ημέρες μετά την ημερομηνία παραλαβής των αγαθών ή της παροχής των υπηρεσιών, όταν η ημερομηνία παραλαβής τιμολογίου δεν είναι βέβαιη. Τα κράτη μέλη μπορούν να παρατείνουν τις προθεσμίες μέχρι 60 το πολύ ημερολογιακές ημέρες, υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Το νόμιμο επιτόκιο υπερημερίας καθορίζεται σε 8 τουλάχιστον επιπλέον ποσοστιαίες μονάδες πάνω από το επιτόκιο αναφοράς που ορίζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Οι δημόσιες αρχές δεν μπορούν να θεσπίσουν κατώτερο επιτόκιο υπερημερίας. Καταχρηστικοί όροι συμβάσεων και καταχρηστικές πρακτικές Δεν έχει εκτελεστό χαρακτήρα ένας συμβατικός όρος που βλάπτει ή έχει καταχρηστικό χαρακτήρα για τον πιστωτή, π.χ. εάν εξαιρεί την καταβολή τόκου για την καθυστέρηση της πληρωμής ή την αποζημίωση για τα έξοδα είσπραξης. Για να αποφεύγονται οι καταχρηστικές πρακτικές, τα κράτη μέλη πρέπει να εγγυώνται τη διαφάνεια ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την παρούσα οδηγία και οφείλουν να δημοσιεύουν το ισχύον νόμιμο επιτόκιο υπερημερίας. Τα κράτη μέλη έχουν επίσης τη δυνατότητα να ενθαρρύνουν τη θέσπιση κώδικα πληρωμών που καθιερώνει προθεσμίες πληρωμής. Διαδικασίες είσπραξης Ο πιστωτής μπορεί να καταθέσει αγωγή ή αίτηση στο δικαστήριο εφόσον δεν υπάρχει αμφισβήτηση της οφειλής. Η παρούσα οδηγία καταργεί την οδηγία 2000/35/ΕΚ.